12/2/09

Άρθρο του Γιώργου Αριστηνού στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας»Που δημοσιεύθηκε στις 6/2/2009

ΜΕ ΟΝΟΜΑ ΒΑΡΥ ΣΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Προκρίνοντας την επιστημονική τεκμηρίωση και τη στιλιστική ουδετερότητα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣΣοφία Παλαιολογίνα Από το Βυζάντιο στη Ρωσία«Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ»ΣΕΛ. 381Με μοναδικό της εφόδιο το πραγματικά βαρύ σαν ιστορία επίθετό της, μια γυναίκα θα αφήσει τα υποδουλωμένα πλέον εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, θα περάσει την εφηβεία της στους διαδρόμους του Βατικανού και τα αρχοντικά των ευγενών και θα ακολουθήσει, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της, τη μοίρα που της ετοίμασαν η παπική αυλή και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα της εποχής, κάνοντας έναν γάμο με τον Ιβάν, πρίγκιπα της Μοσχοβίας και μετέπειτα τσάρο της Ρωσίας. Στη «Σοφία Παλαιολογίνα» ο Γιώργος Λεονάρδος, ο οποίος σε προηγούμενα βιβλία του έδειξε ότι έχει ιδιαίτερα εντρυφήσει τόσο στην περίοδο πριν και μετά την Άλωση όσο και σε άλλα πρόσωπα της φερώνυμης δυναστείας, ασχολείται με τη Ζωή Παλαιολόγου, κόρη του Θωμά, τελευταίου κληρονόμου του θρόνου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Ζωή, που θα ζήσει μαζί με τα δύο αδέλφια της, Μανουήλ και Ανδρέα, για ένα διάστημα στη Ρώμη, υπό την άγρυπνη προστασία του Βησσαρίωνα, και θα αναγκασθεί να ασπασθεί τον καθολικισμό, μετά τον γάμο της θα ονομασθεί Σοφία, θα αποκαταστήσει με την παρουσία της το χαμένο γόητρο της Ορθοδοξίας και θα χαρίσει την αίγλη της στον Ιβάν, ο οποίος εφεξής θα αποκαλείται τσάρος, παραφθορά από τον ρωμαϊκό τίτλο του Καίσαρα, στον οποίο είχε δικαίωμα η Σοφία. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου δεσπόζει η μορφή του Βησσαρίωνα, του πεφωτισμένου κληρικού και επιδέξιου διπλωμάτη που «μύριζε εξυπνάδα», ο οποίος, ακόμα και όταν κάθε ελπίδα ανάκτησης των βυζαντινών εδαφών είχε οριστικά χαθεί, δεν έπαψε να αγωνίζεται. Ο ρόλος του προξενητή στον γάμο της Ζωής υπαγορεύτηκε από ένα αλάθητο πολιτικό ένστικτο: να εμπιστευθεί σε μια ανερχόμενη δύναμη τη συνέχιση της χιλιόχρονης παράδοσης και της ακτινοβολίας της Ορθοδοξίας, που θα μπορούσε να ανακόψει την οθωμανική απειλή. Οι προβλέψεις του θα επαληθευθούν, αφού η Μόσχα θα γίνει η Τρίτη Ρώμη, σύμφωνα με το leitmotiv της ρωσικής ιστορίας, και τα λόγια ενός Ρώσου μοναχού του 16ου αιώνα θα προσλάβουν εμβληματικό χαρακτήρα στο στόμα του Ιβάν του Τρομερού, ήρωα στην ομώνυμη ταινία του Αϊζενστάιν: «Οι δύο "Ρώμες" έπεσαν, αλλά η τρίτη, η Μόσχα, δεν θα πέσει».Αλλά και η Σοφία Παλαιολόγου θα σταθεί αντάξια των προσδοκιών του. Τόσο η παιδεία της και ο δυναμικός της χαρακτήρας όσο και το βυζαντινό γονίδιο της μηχανορραφίας θα επηρεάζουν μόνιμα και αποφασιστικά τον σύζυγό της. Με δικές της υποδείξεις ο Ιβάν ο Γ' θα εδραιώσει την εξουσία του στο εσωτερικό μέτωπο, θα καθυποτάξει τις ισχυρές γειτονικές πόλεις - κράτη και θα απαλλαγεί μια για πάντα από τους Τατάρους, στους οποίους η χώρα του ήταν υποτελής, κάτι που αναγνώρισε δημοσίως το 2007 ο Αλεξέι Πετρούσεφ, πρώην διευθυντής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας. «Εκείνοι που διαβάζουν Ιστορία πρέπει να γνωρίζουν ότι η ασφάλεια της πατρικής μας γης ξεκινά στη Ρωσία από τον 15ο αιώνα, όταν η Σοφία Παλαιολογίνα παντρεύτηκε τον Ιβάν Γ'. Ασχολήθηκε σοβαρά με το αντικείμενο της πληροφόρησης και της ασφάλειας της χώρας και της ένωσης και της υπεράσπισης των ρωσικών εδαφών». Θα καλέσει αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες από την Ιταλία, που θα κτίσουν το παλάτι, τα τείχη του Κρεμλίνου, μια σειρά από επιβλητικούς ναούς και λαμπρά οικοδομήματα και θα μετατρέψουν τη Μόσχα από μια ξύλινη παραγκούπολη σε πρωτεύουσα μιας υπολογίσιμης πολιτικής δύναμης, σεβαστής από εχθρούς και φίλους. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός της «Σοφίας Παλαιολογίνας» ως ιστορικού μυθιστορήματος πολύ φοβούμαι ότι όχι μόνον δεν είναι ακριβής ειδολογικά, αλλά αδικεί και τον μόχθο του συγγραφέα. Ο Γ. Λεονάρδος, αντί για την ελευθερία ή την αυθαιρεσία της φαντασίας, προκρίνει την επιστημονική τεκμηρίωση, πράγμα που εξηγεί και τη στιλιστική ουδετερότητα, αποφεύγει επιδεικτικά «ευρήματα», όπως κάνουν η Λεία Βιτάλη στην «Ιερή Παγίδα» και ο Μίκα Βαλτάρι στον «Μαύρο Άγγελο», (για να χρησιμοποιήσω δύο ενδεικτικά παραδείγματα που αναφέρονται στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης) και αφήνει το βάρος της υποκειμενικής οπτικής στους ώμους του αφηγητή Δημήτρη Λάσκαρι, παιδικού φίλου της Ζωής Παλαιολόγου, που όχι μόνο τη συνόδευσε στη μακρινή Μόσχα, αλλά υπήρξε ο έμπιστος άνθρωπός της, στον οποίο η ίδια και ο σύζυγός της ανέθεσαν δύσκολες αποστολές. Παρ' όλα αυτά θα ήταν χρήσιμη μια συστηματική μελέτη που να εξηγεί την άνθηση του ιστορικού μυθιστορήματος στις μέρες μας, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στη χώρα μας. Από την εποχή του Ουόλτερ Σκοτ και τις «μεταφυτεύσεις» του «Ιβανόη» του στην ελληνική πραγματικότητα, με τον «Αυθέντη του Μορέως» του Ραγκαβή, τον «Λουκή Λάρα» του Βικέλα, ακόμα και την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, έχει περάσει πολύς καιρός, οι δε ιδεολογικές ανάγκες ή λογοτεχνικές αναζητήσεις τις οποίες κλήθηκε να υπηρετήσει το ιστορικό μυθιστόρημα έχουν αλλάξει ριζικά. Ο όρος σήμερα χρησιμοποιείται συλλήβδην στα εξώφυλλα και στις κριτικές για να στεγάσει εντελώς διαφορετικά έργα, τόσο ως προς τις αφετηρίες τους όσο και ως προς τις προθέσεις τους. Η Ιστορία γίνεται ο καμβάς όπου ο καθένας κεντάει με το δικό του υφάδι, άλλοτε για να καλύψει τα κενά της, άλλοτε για να φωτίσει τα σκοτεινά της χάσματα και τα πρόσωπα και άλλοτε για να την επινοήσει. Υπ' αυτή την έννοια ο φιλοσοφικός στοχασμός στα «Απομνημονεύματα του Αδριανού» της Γιουρσενάρ δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την περιγραφική αναπαράσταση της μάχης των Θερμοπυλών στις «Πύλες της φωτιάς» του Στίβεν Πρέσφιλντ. «Η αλήθεια είναι πως διαβάζοντας τα σύγχρονα "ιστορικά" μυθιστορήματα διαπιστώνουμε ότι στα περισσότερα ο χρονότοπος της δράσης λειτουργεί ως αβαθής οθόνη θεάματος και ότι ο αναγνώστης γίνεται απλώς θεατής της εικονοποίησης μιας μασκαράτας της παρελθούσης εποχής», γράφει η Τζίνα Πολίτη στη μελέτη της «Δοκίμια για το ιστορικό μυθιστόρημα». Αυτή την παγίδα αποφεύγει ο Γ. Λεονάρδος, τόσο στα προηγούμενα βιβλία του όσο και στη «Σοφία Παλαιολογίνα». Συνδυάζει την τέρψη με την ωφέλεια, επαναφέρει δηλαδή τη γνωστική παράμετρο που συνδέεται με τις αρχές του Διαφωτισμού. Ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνει στην αφήγηση πληροφορίες και γεγονότα και η προσοχή στις λεπτομέρειες που αναπλάθουν την εποχή, καρπός ενδελεχούς και μακροχρόνιας έρευνας σε πηγές και αρχεία, καθώς και ο περιορισμός της μυθοπλασίας στα απολύτως απαραίτητα (π.χ. στους διαλόγους μεταξύ των προσώπων) βοηθούν τον μέσο αναγνώστη, που ενδεχομένως θεωρεί βαρετό ή δυσνόητο ένα αμιγώς επιστημονικό σύγγραμμα, να μάθει άγνωστες πτυχές που δεν αλλοιώνουν την ιστορική ακρίβεια και συγχρόνως δεν μετριάζουν την απόλαυση της ανάγνωσης.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΙΣΤΗΝΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 06/02/2009